Πως να ξεχωρίζετε το αγνό μελι

Νοθευμένο μέλι

Η μελάσα (σάκχαρα και νερό) είναι ένα άλλο υλικό που χρησιμοποιείται μερικές φορές στην νοθεία του μελιού. Εάν ένα φιτίλι βαμβακιού βυθίζεται στο καθαρό μέλι, και το ανάβεις, το μέλι καίγεται εύκολα. Εντούτοις, εάν αυτή η δοκιμή γίνεται με το αλλοιωμένο μέλι, η παρουσία νερού στο μέλι δεν επιτρέπει στο μέλι για να καίγεται, έτσι θα παραγάγει έναν ήχο τριξίματος.

Το νοθευμένο μέλι είναι λιγότερο πυκνό και έχει αρκετή υγρασία. Αν μια σταγόνα μελιού βουτηγμένη σε κρύο νερό παραμένει συγκρατημένη και δε διαλυθεί αμέσως, τότε το πιθανότερο είναι να πρόκειται για καθαρό μέλι. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί καλύτερα κοιτάζοντας προς το φως. Αν οι άκρες της σταγόνας αρχίζουν να ανοίγουν κατά τη βύθιση στο νερό, τότε το μέλι πολύ πιθανό να έχει νοθευτεί με ουσίες με αρκετή υγρασία.
Για την ακρίβεια σε ένα ποτήρι κρύο νερό:

α) το καθαρό μέλι χύνεται στον πυθμένα χωρίς να διαλύεται εύκολα.

 

β) και γμέλι αναμειγμένο με 70% σιρόπι ζάχαρης. Δε χύνεται όπως το μέλι και δημιουργεί αναταραχή και θόλωση σχεδόν στιγμιαία, ειδικά όταν ρίχνουμε μεγάλη ποσότητα και ανακινούμε ελαφρά το νερό. Το σιρόπι εναποθέτεται ανομοιόμορφα στον πάτο

 

 

δ) σε σκέτο σιρόπι ζάχαρης, η θόλωση είναι ακόμα πιο έντονη και δεν υπάρχει εμφανής εναπόθεση στον πάτο.

Το μέλι μπορεί επίσης να αλλοιωθεί με την προσθήκη ενός συγκεκριμένου ποσού αλευριού ή αμύλου, με σκοπό την αύξηση του βάρους και την λευκότητα του. Αυτού του είδους νοθεία μπορεί να ανιχνευθεί εύκολα με τη μίξη του μελιού με λίγο κρύο νερό. Εάν το μέλι περιέχει το αλεύρι ή το άμυλο, θα πέσουν στο πάτο του σκεύους, ενώ το ίδιο το μέλι διαλύει γρήγορα. Όταν το μέλι που αναμίχθηκε με το αλεύρι ή το άμυλο θερμανθεί, το μέλι υγροποιείται στην αρχή, και όταν ψυχθεί γίνεται πιο σκληρό.

Η προσθήκη της εμπορικής γλυκόζης στο μέλι μπορεί να ανιχνευθεί με μια δοκιμή ιωδίου. Ένα μικρό δείγμα του μελιού είναι αραιωμένο σε ίσο ποσό νερού. 1g ιώδιο και 3g του ιωδιούχου καλίου αναμιγνύονται με 50ml νερού και αυτό το διάλυμα προστίθεται έπειτα στο αραιωμένο μέλι. Εάν το μέλι περιέχει την εμπορική γλυκόζη, το μείγμα θα γίνει κόκκινο ή ιώδες λόγω της παρουσίας αποκαλούμενων κόκκινες δεξτρίνες που βρίσκονται σε τεχνητό προϊόν γλυκόζης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αν υπάρχει ένα ύποπτο μέλι, ειδικά όταν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες (που σημαίνει μεγάλο κόστος) θα πρέπει να μένει χωριστά από άλλα μέλια μέχρι να γίνουν ακριβή τεστ σε κάποιο εργαστήριο ποιοτικού ελέγχου και χημικών αναλύσεων, με γνώσεις στα μελισσοκομικά προϊόντα.
Προσοχή λοιπόν στο τι πληρώνουμε και τι παίρνουμε.

ΠΩΣ ΝΟΘΕΥΕΤΑΙ

Η νοθεία στο μέλι παλιότερα γινόταν με την προσθήκη ζάχαρης ή σιροπιού γλυκόζης. Σήμερα συνήθως γίνεται είτε αναμειγνύοντας μέλι με άλλο κατώτερης ποιότητας είτε «βαπτίζοντας» ελληνικό, μέλι που εισάγεται από το εξωτερικό, συνήθως φθηνότερο και β΄ διαλογής, ώστε να εξασφαλίζουν οι έμποροι μεγαλύτερο κέρδος. Η πρακτική αυτή είναι πιο φθηνή και δύσκολα αντιληπτή από τον καταναλωτή. Επιπλέον, είναι τόσοι οι «μεσάζοντες» που δραστηριοποιούνται στην τυποποίηση και εμπορία του μελιού στην Ελλάδα, που είναι δύσκολο να εντοπίσεις την πηγή της νοθείας και να την ελέγξεις, παρά μόνο αν το προϊόν πωλείται «επώνυμα» στο ράφι.

Ο μόνο τρόπος, λοιπόν, να μάθουμε με σιγουριά αν ένα μέλι είναι όντως ελληνικό ή ανόθευτο είναι ο εργαστηριακός έλεγχος.

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΑΚΡΙΒΟ;

Το κόστος παραγωγής του μελιού στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο, αφού οι μελισσοκόμοι αναγκάζονται να μετακινούν τα μελίσσια τους σε διάφορες περιοχές ακολουθώντας την ανθοφορία. Αντίθετα σε χώρες του εξωτερικού, όπου υπάρχουν μεγάλα δάση και καλλιεργούμενες εκτάσεις, η μελισσοκομία είναι στατική και το κόστος παραγωγής μικρότερο. Αυτός όμως δεν είναι ο μοναδικός λόγος.

Η τιμή του ελληνικού μελιού έχει διαμορφωθεί σε υψηλά επίπεδα ήδη από την εποχή που οι συνεταιρισμοί μελισσοκόμων είχαν οργανωθεί κάτω από την ομπρέλα της κοινοπραξίας συνεταιρισμών. Οι παραγωγοί ήταν αυτοί που προμήθευαν την κοινοπραξία με την πρώτη ύλη και παράλληλα, ως μέλη της, όριζαν την τιμή συγκέντρωσης, αδιαφορώντας αν το μέλι θα μπορούσε να πουληθεί σε τόσο υψηλή τιμή. Λόγω αυτών των χειρισμών η κοινοπραξία οδηγήθηκε στη χρεοκοπία, αλλά η τιμή του ελληνικού μελιού παρέμεινε ακριβή.

ΤΟ «ΑΤΑΪΣΤΟ» ΜΕΛΙ

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν η τροφή για τις μέλισσες είναι λιγοστή, οι μελισσοκόμοι τις ταΐζουν με διάφορες τροφές που υπάρχουν στο εμπόριο (συνήθως σιρόπια ζάχαρης, απλό ζαχαρόνερο ή μείγμα γύρης και άχνης ζάχαρης), ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν. Φυσικά προτιμότερο είναι οι μέλισσες να τρέφονται με το ίδιο το μέλι, γι’ αυτό και οι «σωστοί» μελισσοκόμοι δεν τρυγούν όλη την ποσότητα του μελιού ερείκης -που είναι και από τα τελευταία μέλια που παράγονται- προκειμένου να το αφήσουν για τροφή στις μέλισσες. Δυστυχώς όμως δεν λείπουν και περιπτώσεις παραγωγών που ταΐζουν τις μέλισσες ακόμη και την άνοιξη, όταν η τροφή είναι άφθονη, για να «τρυγήσουν» περισσότερο μέλι.

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΤΙΚΕΤΑΣ

•   Θα πρέπει απαραιτήτως να αναγράφεται η λέξη μέλι. Αν μια συσκευασία απεικονίζει απλώς μια μέλισσα ή τμήμα κηρήθρας ή άλλη παρόμοια εικόνα έχει σκοπό να παραπλανήσει τον καταναλωτή και κατά πάσα περίπτωση το προϊόν αυτό είναι ύποπτης προέλευσης ή είναι κάποια απομίμηση μελιού.

•   Προαιρετικά αναγράφεται το είδος του μελιού (π.χ. θυμαρίσιο, ελάτου, ανθέων κ.λπ.) και ο τόπος παραγωγής του.

Επειδή το μέλι που πωλείται στα καταστήματα, μπορεί κάποια στιγμή να υποστεί κάποιον έλεγχο από τον ΕΦΕΤ, οι περιπτώσεις νοθείας είναι σπανιότερες. Αντίθετα όταν αγοράζουμε χύμα μέλι ή από σημεία που δεν ελέγχονται (από πάγκους, εθνικές οδούς και μικροπωλητές), δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το τι αγοράζουμε, παρά μόνο αν το δοκιμάσουμε στη γεύση ή το στείλουμε για έλεγχο στο Χημείο του Κράτους.

ΠΡΟΤΙΜΑΜΕ ΤΑ ΠΑΧΥΡΡΕΥΣΤΑ

Οταν αγοράζουμε μέλι, το πρώτο που κοιτάζουμε με το μάτι -γέρνοντας λίγο το βάζο- είναι η ρευστότητά του. Αν το μέλι είναι πολύ ρευστό, είναι καλύτερα να το αποφύγουμε, γιατί μάλλον περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα υγρασίας από το επιθυμητό. Γι’ αυτό προτιμάμε τα παχύρρευστα μέλια.

«ΝΑΙ» ΣΤΟ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΜΕΝΟ

Το μέλι που έχει κρυσταλλώσει δεν σημαίνει ότι έχει νοθευτεί με ζάχαρη, το αντίθετο μάλιστα. Η κρυστάλλωση είναι δείγμα ότι το μέλι αυτό δεν έχει υποστεί καμία επεξεργασία και γι’ αυτό πλησιάζει περισσότερο στο αγνό, φυσικό.

Τα περισσότερα ανθόμελα κρυσταλλώνουν φυσιολογικά μέσα σε λίγους μήνες, σε αντίθεση με τα μέλια από πεύκο ή έλατο που δεν κρυσταλλώνουν σχεδόν ποτέ.

Το τυποποιημένο μέλι του εμπορίου σπάνια θα κρυσταλλώσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι καλό μέλι, απλώς σίγουρα έχει υποστεί επεξεργασία και έχει χάσει κάποιες από τις ιδιότητές του.

ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΑ ΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ

Για να πιστοποιηθεί ένα μέλι ως βιολογικό θα πρέπει οι κυψέλες να βρίσκονται κοντά σε βιολογικές καλλιέργειες ή σε αυτοφυή βλάστηση και μακριά από εστίες μόλυνσης (αστικά κέντρα, αυτοκινητόδρομοι, βιομηχανικές περιοχές κ.λπ.). Επίσης δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται χημικά φάρμακα για την αντιμετώπιση των ασθενειών και θα πρέπει να αποφεύγεται το «τάισμα» των μελισσών με άλλες τροφές πέρα από μέλι. Επειδή όμως η μελισσοκομία στην Ελλάδα είναι νομαδική, που σημαίνει ότι οι επαγγελματίες μελισσοκόμοι μετακινούν τα μελίσσια τους όπου υπάρχει τροφή, είναι πολύ δύσκολο για έναν παραγωγό να αποκτήσει «πράσινη» ετικέτα. Κι αυτό καθώς δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως το περιβάλλον γύρω από τις κυψέλες του. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν πολλά πιστοποιημένα ελληνικά βιολογικά μέλια στην αγορά.

Επειδή όμως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μεγάλες εντατικές καλλιέργειες και όσες υπάρχουν είναι συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένα σημεία, το συμβατικό μέλι δεν είναι επιβαρυμένο με υπολείμματα φυτοφαρμάκων, ιδιαίτερα δε αν προέρχεται από τα νησιά, όπου η μελισσοκομία είναι κατά βάση στατική και γι’ αυτό περισσότερο ελεγχόμενη. Παρ’ όλα αυτά το βιολογικό μέλι μάς παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια και επιπλέον είναι και το ζήτημα της χρήσης των αντιβιοτικών και των χημικών φαρμάκων που στη βιολογική μελισσοκομία έχουν αντικατασταθεί με ήπιες και φυσικές μεθόδους. Για τους λόγους αυτούς, προτιμάμε το βιολογικό μέλι, όταν το βρίσκουμε.

«ΝΑΙ» ΣΤΟ ΧΥΜΑ, ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Οπως σε όλα τα προϊόντα που διατίθενται χύμα, έτσι και στο χύμα μέλι σπάνια γίνονται ποιοτικοί έλεγχοι από κάποιον επίσημο φορέα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι καλό. Αντιθέτως μπορεί να είναι και καλύτερο από το τυποποιημένο.

Υπάρχουν όμως ορισμένες παγίδες: Ενώ στις μεγάλες μελισσοκομικές μονάδες οι συνθήκες υγιεινής είναι συνήθως άριστες, στα εργαστήρια των μικρών παραγωγών και κυρίως αυτών που ασχολούνται ερασιτεχνικά με τη μελισσοκομία είναι μάλλον ανύπαρκτες. Αν έχουμε έναν δικό μας παραγωγό που παράγει μέλι, τότε αγοράζουμε ανεπιφύλακτα χύμα. Αν όμως δεν γνωρίζουμε τον παραγωγό, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ούτε για την ποιότητά του ούτε για το αν είναι ελληνικό.

ΠΩΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΑΝ ΕΧΕΙ ΞΙΝΙΣΕΙ

Το ξινισμένο μέλι έχει οσμή σάπιου φρούτου και ξινή γεύση. Αν ένα σφραγισμένο μέλι έχει διογκωμένο καπάκι και στην επιφάνειά του σχηματίζονται αφρός και φυσαλίδες, τότε έχει ξινίσει.

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΩΣ ΕΝΔΕΙΞΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ

Από το χρώμα μπορούμε να κρίνουμε αν το μέλι είναι καλό. Ακόμη κι αν οι συνθήκες συντήρησης είναι ιδανικές, το μέλι με τον καιρό θα αρχίσει να σκουραίνει. Αρα, ένα μέλι που έχει αποθηκευτεί σε άσχημες συνθήκες ή για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα παρεκκλίνει χρωματικά από αυτό που συνηθίζεται γι’ αυτό το είδος.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΣΩΣΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Το μέλι δεν λήγει, αν συντηρηθεί σωστά.
Η νομοθεσία θέτει ως όριο για τη λήξη του μελιού τα 3 χρόνια. Ωστόσο, αν ένα μέλι διατηρηθεί σε σωστές συνθήκες, δεν λήγει. Για να επιμηκύνουμε το χρόνο ζωής του φροντίζουμε να το φυλάσσουμε σε ξηρό και δροσερό μέρος, χωρίς φως και έντονες οσμές, π.χ. σ’ ένα ντουλάπι, μακριά από το καλοριφέρ και ποτέ στον πάγκο της κουζίνας.

Τι κάνουμε αν κρυσταλλώσει; 
Βάζουμε το βαζάκι με το μέλι σε ένα κατσαρολάκι με νερό και το ζεσταίνουμε σε πολύ σιγανή φωτιά.Ανακατεύουμε ασταμάτητα το μέλι με ξύλινο κουτάλι, φροντίζοντας να μην πέσουν μέσα υδρατμοί και σταγόνες νερού.Με ένα θερμόμετρο κουζίνας ελέγχουμε τη θερμοκρασία του νερού, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεπεράσει τους 40° – 45° C.

Επειδή το μέλι έχει την ιδιότητα να παραμένει ζεστό για πολλή ώρα, το κρυώνουμε βάζοντας το βάζο σε ένα δοχείο με κρύο νερό και ανακατεύοντας με ξύλινο κουτάλι για να κρυώσει ομοιόμορφα.

Μεταγγίζουμε το μέλι.
Καλό είναι να αγοράζουμε ποσότητες που μπορούμε να καταναλώσουμε μέσα σε 2 – 3 χρόνια. Μετά την πάροδο αυτών των ετών, το μέλι μπορεί να σκουρύνει και σίγουρα θα χαθούν το άρωμα και η γεύση του. Αν πάλι αγοράζουμε χύμα μέλι σε μεγάλες ποσότητες, φροντίζουμε να το μεταγγίζουμε σε πολλά μικρότερα γυάλινα βάζα που να το χωράνε ακριβώς, ώστε να μη μένει αέρας στο βάζο και ξινίσει το μέλι.

Hμερομηνία :  18/11/08
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*